navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εποκέλλω

εποκέλλω

ρ.

  1. [μετβ.] σπρώχνω στην ξηρά, ρίχνω έξω
  2. [αμετβ.] (ναυτ.) εξοκέλλω
  3. εισέρχομαι, εισπλέω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπί [= πάνω] + κέλλω και ὀκέλλω [= 1. (μετβ) προχωρώ, ξεκινώ, κινώ προς τα εμπρός, 2. οδηγώ πλοίο στην ξηρά, 3. (αμετβ.) [για πλοίο ή ναύτες] ελλιμενίζομαι, προσορμίζομαι, αράζω, 4. κινώ, 5. τρέχω γρήγορα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποκέλλω», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποκελλω/