navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λεκάνη

λεκάνη

η, ουσ.

  1. ανοιχτό δοχείο από πλαστικό, μέταλλο ή ξύλο που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο ή τη μεταφορά των ρούχων
  2. κεραμικό ή πορσελάνινο ή ανοξείδωτο δοχείο, στερεωμένο στο δάπεδο και συνδεδεμένο με την αποχέτευση, κατάλληλο για την ούρηση και την αφόδευση
  3. (ανατ.) μεγάλο σύνθετο οστό στο τέλος του κορμού
  4. γούρνα για το πότισμα των ζώων
  5. (γεωγρ.) υδάτινη έκταση που περιβάλλεται στο μεγαλύτερο μέρος της από ξηρά ή λεκανοπέδιο, π.χ. «η λεκάνη της Μεσογείου»,
  6. (ναυτ.) το κύριο μέρος της ναυπηγικής δεξαμενής, (φρ) «λεκάνη νηοδόχου / ντόκου / απορροής / έκκεντρου / υδρολογική».

Ετυμολογία

< αρχ. λεκάνη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεκάνη», σσ. 478-479. https://navalhistory.gr/lexiko/λεκανη/