λεκάνη
η, ουσ.
- ανοιχτό δοχείο από πλαστικό, μέταλλο ή ξύλο που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο ή τη μεταφορά των ρούχων
- κεραμικό ή πορσελάνινο ή ανοξείδωτο δοχείο, στερεωμένο στο δάπεδο και συνδεδεμένο με την αποχέτευση, κατάλληλο για την ούρηση και την αφόδευση
- (ανατ.) μεγάλο σύνθετο οστό στο τέλος του κορμού
- γούρνα για το πότισμα των ζώων
- (γεωγρ.) υδάτινη έκταση που περιβάλλεται στο μεγαλύτερο μέρος της από ξηρά ή λεκανοπέδιο, π.χ. «η λεκάνη της Μεσογείου»,
- (ναυτ.) το κύριο μέρος της ναυπηγικής δεξαμενής, (φρ) «λεκάνη νηοδόχου / ντόκου / απορροής / έκκεντρου / υδρολογική».
Ετυμολογία
< αρχ. λεκάνη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεκάνη», σσ. 478-479. https://navalhistory.gr/lexiko/λεκανη/