navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διατείνουσα

διατείνουσα

η, ουσ.

(ναυτ.) κεραία παλιών μεγάλων ιστιοφόρων πλοίων, κυρίως, των πολεμικών την οποία τοποθετούσαν για να επεκτείνουν το τετράγωνο ιστίο και να αυξήσουν την ταχύτητα με ευνοϊκό ή ισχυρό άνεμο, συνών. τσιβάδα.

Ετυμολογία

< διατείνω [= τεντώνω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατείνουσα», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διατεινουσα/