στήλη
η, ουσ.
- μακρόστενη πέτρινη πλάκα τοποθετημένη σε ανοικτό χώρο, πάνω στην οποία είναι χαραγμένες επιγραφές, ονόματα προσώπων ή τοποθεσιών, ως αναμνηστική ή αναθηματική ή επιτύμβια καταγραφή, συνών. κολόνα
- (φρ.) «Ηράκλειες Στήλες», η αρχαία ελληνική ονομασία του Γιβραλτάρ, «Οι στήλες του Ολυμπίου Διός», αρχαίος ναός στο κέντρο της Αθήνας, «σπονδυλική / υδραργυρική / ηλεκτρική / αθλητική / λογοτεχνική / αστυνομική / κοσμική στήλη», «στήλη άλατος / ιστού [αλλιώς: κολόμπα = το κατώτατο τμήμα ιστού πλοίου]»,
- (ναυτ.) διάταξη πολεμικών σκαφών σε ευθεία γραμμή και σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους.
Ετυμολογία
< αρχ. στήλη [= ογκόλιθος].
Παράγωγα
στηλίτης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στήλη», σσ. 785-786. https://navalhistory.gr/lexiko/στηλη/