ακροδέα
η, ουσ.
(ναυτ.) λεπτό σχοινί που περνά από το όκιο [τρύπιο σημείο, ως μάτι, στην κορυφή του πανιού για να δεθεί στην κεραία του σκάφους].
Ετυμολογία
< ακρο- + θ. δε- < αρχ. δέω [= δένω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακροδέα», σ. 58. https://navalhistory.gr/lexiko/ακροδεα/