ιστιόρραμμα
το, ουσ.
(ναυτ.) είδος λεπτότατου σχοινιού, σαν κλωστή, που είναι κατάλληλο για το ράψιμο των ιστίων [πανιών], συνών. δετηρία, λιγαδούρα και ληγαδούρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἱστίον + ράμμα < ράπτω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιστιόρραμμα», σσ. 374-375. https://navalhistory.gr/lexiko/ιστιορραμμα/