σταλία
η, ουσ. [συνήθως στον πληθ. σταλίες]
(ναυτ.) ο χρόνος αναμονής του πλοίου σε λιμενικές εγκαταστάσεις, για φόρτωση ή εκφόρτωση όπως ορίζει το ναυλοσύμφωνο, το κόστος του οποίου υπολογίζεται είτε σε βάρος του παραλήπτη είτε σε βάρος του κατόχου της φορτωτικής είτε σε βάρος του φορτωτή.
Ετυμολογία
< ιταλ. stallìa < stallo [= σταματώ, μένω].
Από τον Τύπο
«Η σταλία ξεκινά όταν το πλοίο έχει φτάσει στο λιμάνι φόρτωσης/εκφόρτωσης, είναι καθ όλα έτοιμο να ξεκινήσει εργασίες και έχει υποβάλλει έγκυρο και έγκαιρο NOR (επιστολή ετοιμότητας). Όταν ο χρόνος της σταλίας τελειώσει, σειρά έχει η επισταλία…».
Απόσπασμα από την μεταπτυχιακή εργασία «σταλίες και επισταλίες» της Ταντούλου Ελένης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταλία», σσ. 780-781. https://navalhistory.gr/lexiko/σταλια/