navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπασιά και εμπασιά

μπασιά

Και: εμπασιά

η, ουσ.

(ναυτ.)

  1. το σημείο εισόδου απ’ όπου μπορεί κανείς να εισέλθει σε κάποιον κλειστό ή ανοικτό χώρο
  2. πλημμύρα, παλίρροια, συνών. φουσκονεριά.

Ετυμολογία

< μτγν. ἔμβασις.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπασιά και εμπασιά», σ. 544. https://navalhistory.gr/lexiko/μπασια-και-εμπασια/