άτρακτος
η, ουσ.

- ξύλινο ή μεταλλικό εργαλείο για το γνέσιμο του μαλλιού, το αδράχτι
- (μηχανολ.) μεταλλικός ή ξύλινος κοχλίας μηχανημάτων ελαιοτριβείων, πλοίων κ.λπ. [δηλ. ο άξονας περιστροφής]
- (ναυτ.) τμήμα της άγκυρας στο πάνω μέρος της οποίας υπάρχει ο κρίκος σύνδεσής της με την αλυσίδα
- το κύριο μέρος του αεροπλάνου που περιλαμβάνει το πιλοτήριο και τους χώρους επιβατών και αποσκευών χωρίς τα φτερά
- (μαθημ.) το τμήμα επιφάνειας μιας σφαίρας που ορίζεται από δύο μέγιστα ημικύκλια με κοινή διάμετρο, (φρ.) «σφαιρική άτρακτος»,
- (αστρον.) «ωριαία άτρακτος», καθεμιά από τις είκοσι τέσσερις νοητές ζώνες στις οποίες χωρίζεται συμβατικά η επιφάνεια της γης και στην οποία ζώνη ισχύει η ίδια ώρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄτρακτος.
Παράγωγα
αδραχτώνω, αδραχτιά, αδράχτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άτρακτος», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατρακτοσ/