navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άτρακτος

άτρακτος

η, ουσ.

άτρακτος, εικόνα από το έντυπο
  1. ξύλινο ή μεταλλικό εργαλείο για το γνέσιμο του μαλλιού, το αδράχτι
  2. (μηχανολ.) μεταλλικός ή ξύλινος κοχλίας μηχανημάτων ελαιοτριβείων, πλοίων κ.λπ. [δηλ. ο άξονας περιστροφής]
  3. (ναυτ.) τμήμα της άγκυρας στο πάνω μέρος της οποίας υπάρχει ο κρίκος σύνδεσής της με την αλυσίδα
  4. το κύριο μέρος του αεροπλάνου που περιλαμβάνει το πιλοτήριο και τους χώρους επιβατών και αποσκευών χωρίς τα φτερά
  5. (μαθημ.) το τμήμα επιφάνειας μιας σφαίρας που ορίζεται από δύο μέγιστα ημικύκλια με κοινή διάμετρο, (φρ.) «σφαιρική άτρακτος»,
  6. (αστρον.) «ωριαία άτρακτος», καθεμιά από τις είκοσι τέσσερις νοητές ζώνες στις οποίες χωρίζεται συμβατικά η επιφάνεια της γης και στην οποία ζώνη ισχύει η ίδια ώρα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄτρακτος.

Παράγωγα

αδραχτώνω, αδραχτιά, αδράχτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άτρακτος», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατρακτοσ/