λεμβαρχώ
ρ. [αμετβ.]
(ναυτ.) είμαι κυβερνήτης λέμβου.
Ετυμολογία
< λέμβ(ος) + [αρχ.] ἄρχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεμβαρχώ», σ. 479. https://navalhistory.gr/lexiko/λεμβαρχω/
Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λεμβαρχώ
ρ. [αμετβ.]
(ναυτ.) είμαι κυβερνήτης λέμβου.
< λέμβ(ος) + [αρχ.] ἄρχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεμβαρχώ», σ. 479. https://navalhistory.gr/lexiko/λεμβαρχω/