navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φανοκόρος

φανοκόρος

ο, ουσ.

  1. [παλαιότερα] άτομο που φρόντιζε για την καλή λειτουργία και συντήρηση των φανοστατών της πόλης, συνών. φανανάπτης
  2. (ναυτ.) ναύτης επιφορτισμένος με τον καθαρισμό και την συντήρηση φανών και λυχνιών του πλοίου.

Ετυμολογία

< αρχ. φανός [= πυρσός] + -κόρος < κορέω, ῶ, [= σαρώνω, σκουπίζω, καθαρίζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φανοκόρος», σσ. 884-885. https://navalhistory.gr/lexiko/φανοκοροσ/