φανοκόρος
ο, ουσ.
- [παλαιότερα] άτομο που φρόντιζε για την καλή λειτουργία και συντήρηση των φανοστατών της πόλης, συνών. φανανάπτης
- (ναυτ.) ναύτης επιφορτισμένος με τον καθαρισμό και την συντήρηση φανών και λυχνιών του πλοίου.
Ετυμολογία
< αρχ. φανός [= πυρσός] + -κόρος < κορέω, ῶ, [= σαρώνω, σκουπίζω, καθαρίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φανοκόρος», σσ. 884-885. https://navalhistory.gr/lexiko/φανοκοροσ/