σκύλα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.] [παλαιότερη γραφή με δύο λλ]



- (ζωολ.) ο θηλυκός σκύλος
- (μτφ.) γυναίκα χωρίς αισθήματα
- (εργαλ.) α) είδος ρυθμιζόμενης πένσας με δυνατότητα σταθεροποίησης του ανοίγματος, β) προκοβγάλτης, σιδερένιος λοστός με γαμψές άκρες κατάλληλος για αφαίρεση καρφιών από ξύλα ή, ως μοχλός, κατάλληλος για ξήλωμα ξύλινων επιφανειών, γ) γάντζος που συνδέεται με κρίκο αλυσίδας για ανύψωση βαρελιών
- (ναυτ.) γάντζος απελευθέρωσης της άγκυρας.
Ετυμολογία
< μτγν. σκύλ(λ)(ος) -α < αρχ. σκύλαξ [= κουτάβι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκύλα», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκυλα/