περίρραμμα
το, ουσ.
- μπάλωμα, κομμάτι υφάσματος που είναι ραμμένο γύρω ή πάνω σε κάποιο άλλο ύφασμα, ρέλιασμα, μπιμπίλωμα
- α) ακριανό μέρος του υφάσματος που διπλώνεται και ράβεται, το στρίφωμα, συνών. μαργέλι, ρέλι, β) (ναυτ.) [στα ιστιοφόρα σκάφη] ραφή που αναδιπλώνει το ακραίο σημείο του πανιού για να το ισχυροποιήσει ή για να ενσωματώσει κορδόνι, αλλιώς: περιρραφή.
Ετυμολογία
< περιρράπτω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περίρραμμα», σ. 654. https://navalhistory.gr/lexiko/περιρραμμα/