μαντίκι
το, ουσ.
(ναυτ.) ο αρχ. κεροίαξ [= καθένα από τα σχοινιά, ή μπορεί και αλυσίδες, που ανυψώνουν και σταθεροποιούν τα άκρα των κεραιών των τετράγωνων ιστίων], η ὑπέρα.
Ετυμολογία
< μσν. μαντίκιον και μαντίκιν < βενετ. manticio.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαντίκι», σ. 501. https://navalhistory.gr/lexiko/μαντικι/