ρύμα
το, ουσ.
α) (ναυτ.) μονόπλοκο σχοινί, παλαμάρι, συνών. λα(ν)τζάνα, β) χορδή τόξου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐρύω [= σέρνω κατά μήκος του εδάφους, έλκω, τραβώ με βία, καθελκύω καράβι στη θάλασσα ή ανελκύω στην ξηρά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρύμα», σσ. 736-737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυμα/