navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρόθοος

πρόθοος

ο, ουσ.

(ναυτ.) τριγωνικό ιστίο που βρίσκεται πάνω από τον αρτέμονα, συνών. κοντραφλόκος.

Ετυμολογία

< αρχ. προθέω [= προτρέχω, τρέχω εμπρός].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόθοος», σ. 701. https://navalhistory.gr/lexiko/προθοοσ/