σκάλα
η, ουσ.
- (εργαλ.) κινητή ή σταθερή κατασκευή από επάλληλα επίπεδα χρήσιμη για άνοδο και κάθοδο
- εξάρτημα ίππευσης, συνών. αναβολέας
- (ναυτ.) φυσικός ή τεχνητός λιμενοβραχίονας, η αποβάθρα
- επίνειο [= πόλη ή οικισμός που διαθέτει λιμάνι ή όρμο και εξυπηρετεί μια πόλη στην ενδοχώρα]
- (μουσ.) μουσική κλίμακα.
Ετυμολογία
< μτγν. σκάλα < λατιν. scala.
Παράγωγα
σκαλώνω, σκάλωμα, σκαλωσιά, σκαλωτός, σκαλιέρα σκαλούνι, σκαλί.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκάλα», σ. 762. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαλα/