navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκάλα

σκάλα

η, ουσ.

  1. (εργαλ.) κινητή ή σταθερή κατασκευή από επάλληλα επίπεδα χρήσιμη για άνοδο και κάθοδο
  2. εξάρτημα ίππευσης, συνών. αναβολέας
  3. (ναυτ.) φυσικός ή τεχνητός λιμενοβραχίονας, η αποβάθρα
  4. επίνειο [= πόλη ή οικισμός που διαθέτει λιμάνι ή όρμο και εξυπηρετεί μια πόλη στην ενδοχώρα]
  5. (μουσ.) μουσική κλίμακα.

Ετυμολογία

< μτγν. σκάλα < λατιν. scala.

Παράγωγα

σκαλώνω, σκάλωμα, σκαλωσιά, σκαλωτός, σκαλιέρα σκαλούνι, σκαλί.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκάλα», σ. 762. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαλα/