Λεξικό της Θάλασσας › Βραχυγραφίες
Βραχυγραφίες
Οι 353 βραχυγραφίες του βιβλίου. Όταν τις συναντάτε σε ένα λήμμα, κρατήστε τον δείκτη επάνω τους και θα φανεί η ανάπτυξή τους.
- αβέβ. ετύμ. αβέβαιου ετύμου
- αγγλ. αγγλικός, -ή, -ό
- αγιωνύμ. αγιωνύμιο
- άγν. άγνωστος, -η, -ο
- αγν. ετύμ. αγνώστου ετύμου
- αεροπλ. αεροπλοΐα
- αθλητ. αθλητισμός
- αθροιστ. αθροιστικός, ή, -ό
- αι. αιώνας
- αιγυπτ. αιγυπτιακός, -ή, -ό
- αιθιοπ. αιθιοπικός, -ή, -ό
- αιολ. αιολικός, -ή, -ό
- αισθητ. αισθητική
- Αισχύλ. Αισχύλος
- αιτ. αιτιατική
- ακκαδ. ακκαδική
- άκλ. άκλιτος, -η, -ο
- ακρωνύμ. ακρωνύμιο
- αλβαν. αλβανικός, - ή, -ό
- αμερ. αμερικανικός, -ή, -ό
- αμετβ. αμετάβλητος, -η, -ο
- ανατ. ανατομία
- ανθρωπολ. ανθρωπολογία
- ανθρωπων. ανθρωπωνύμιο
- αντίθ. αντίθετα
- αντιδάν. αντιδάνειο
- αντων. αντωνυμία
- αντών. αντώνυμα
- αόρ. αόριστος, -η, -ο
- απαρέμφ. απαρέμφατο
- απίθ. απίθανος, -η, -ο
- απογρ. απογραφή
- απόδ. απόδοση
- απόσπ. απόσπασμα
- απρφ. απαρέμφατο
- αραβ. αραβικός, -ή, -ό
- αργκ. αργκό
- Αριστ. Αριστοτέλης
- Αριστοφ. Αριστοφάνης
- αρνητ. αρνητικός, -ή, -ό
- αρσ. αρσενικό [το γένος]
- αρχ. αρχαίος, -α, -ο
- αρχαιολ. αρχαιολογία
- αρχαιοπρ. αρχαιοπρεπής, -ής, -ές
- αρχιτ. αρχιτεκτονική
- αρωμουν. αρωμουνικός, -ή, -ό
- αστρολ. αστρολογία
- αστρον. αστρονομία
- αττ. αττικός, -ή, -ό
- αφομ. αφομοιωματικός, -ή, -ό
- Β ή Β. Βόρειος, -α, -ο
- ΒΑ ή Β.Α. βορειοανατολικός, -ή, -ό
- βασκ. βασκικός, -ή, -ό
- ΒΔ ή Β.Δ. βορειοδυτικός, -ή, -ό
- βενετ. βενετικός, -ή, -ό
- βιετναμ. βιετναμικός, -ή, -ό
- βιολ. βιολογία
- βιοχ. βιοχημεία
- βλ. βλέπε
- βοταν. βοτανική
- βουλγ. βουλγαρικός, -ή, -ό
- βραζιλ. βραζιλιάνικος, -η, -ο
- βυζαντ. βυζαντινός, -ή, -ό
- γαλλ. γαλλικός, -ή, -ό
- γαστρ. γαστρονομία
- γεν. γενικά, γενική (πτώση)
- γενικότ. γενικότερα
- γενουάτ. γενουατικός, -ή, -ό
- γερμ. γερμανικός, -ή, -ό
- γεωγρ. γεωγραφία
- γεωλ. γεωλογία
- γεωμ. γεωμετρία
- γλυπτ. γλυπτική
- γλ. γλώσσα
- γλωσσ. γλωσσολογία
- γοτθ. γοτθικός, -ή, -ό
- γραμμ. γραμματική
- γρ. γραφή αλλά και γραμμάριο
- δανέζ. δανέζικος, -η, -ο
- δασολ. δασολογία
- δηλ. δηλαδή
- Δημ. Δημοσθένης
- δημοτ. δημοτική
- δημώδ. δημώδης, -ης, -ες
- διάλεκτ. διάλεκτος
- διεθν. διεθνής, -ής, -ές
- διοίκ. διοίκηση
- δοτ. δοτική
- δωρ. δωρικός, -ή, -ό
- εβρ. εβραϊκός, -ή, -ό
- εθν. εθνικός, -ή, -ό
- εθνολ. εθνολογία
- εθνωνύμ. εθνωνύμιο
- ειδικότ. ειδικότερα
- ειδ. φρ. ειδική φράση
- ειρων. ειρωνικός, -ή, -ό
- εκ. εκατοστό
- εκατομμ. εκατομμύριο, -α
- εκδ. εκδόσεις, εκδοτικός, -ή, -ό
- έκδ. έκδοση
- έκφρ. έκφραση
- εκφρ. εκφράσεις
- εκκλ. εκκλησιαστικός, -ή, -ό
- ελλ. ελληνικός, -ή, -ό
- ελλην. ελληνογενής, -ής, -ές
- ελνστ. ελληνιστικός, -ή, -ό
- εν. ενικός [αριθμός]
- ενδυμ. ενδυματολογία
- Ενεστ. Ενεστώτας
- ενν. εννοείται
- εντομ. εντομολογία
- Εξ. Εξακολουθητικός (Μέλλοντας)
- επάγγ. επάγγελμα
- επίθ. επίθετο
- επικ. επικός, -ή, -ό
- επίρρ. επίρρημα
- επιρρ. φρ. επιρρηματική φράση
- επιστ. επιστημονικός, -ή, -ό
- επιτατ. επιτατικό
- επιφών. επιφώνημα
- εργαλ. εργαλείο
- ερμ. ερμηνεία
- ερπετ. ερπετολογία
- ετυμ. ετυμολογία
- Ευρ. Ευριπίδης
- ευφημ. ευφημιστικά, -ισμός
- ζαχαρ. ζαχαροπλαστική
- ζωγρ. ζωγραφική
- ζωολ. ζωολογία
- Ησίοδ. Ησίοδος
- ηλεκτρ. ηλεκτρολογία
- ηλεκτρον. ηλεκτρονική
- Ηρόδ. Ηρόδοτος
- ηχομιμ. ηχομιμητική, -ή, -ό
- θ. θέμα
- θέατρ. θέατρο
- θεογ. θεογονία
- θεολ. θεολογία
- θεωνύμ. θεωνύμιο
- θηλ. θηλυκό
- Θουκ. Θουκυδίδης
- θρησκ. θρησκειολογία
- ιαπετ. ιαπετικός, -ή, -ό
- ιατρ. ιατρική
- ιδιωμ. ιδιωματικός, -ή, -ό, και
- ιδιωτ. ιδιωτικός, -ή, -ό
- Ίδρ. Ίδρυμα
- ινδογερμ. ινδογερμανικός, -ή, -ό
- ινδοευρωπ. ινδοευρωπαϊκός, -ή, -ό
- ινδονησ. ινδονησιακός, -ή, -ό
- ιρλ. ιρλανδικός, -ή, -ό
- ισλανδ. ισλανδικός, -ή, -ό
- ισπαν. ισπανικός, -ή, -ό
- ιστορ. ιστορία
- ιταλ. ιταλικός, -ή, -ό
- ιχθυολ. ιχθυολογία
- ιων. ιωνικός, -ή, -ό
- κ. κιλά
- κ.ά. και άλλα
- κ.α. και αλλού
- καθηγ. καθηγητής
- καθαρ. καθαρεύουσα
- καραϊβ. καραϊβικός, -ή, -ό
- κατάλ. κατάληξη
- καταλ. καταληκτικός, -ή, ό
- καταχρ. καταχρηστικά
- κατ’ επέκτ. κατ’ επέκταση
- κελτ. κελτικός, -ή, -ό
- κ.εξ. και εξής
- κεφ. κεφαλαίο
- κ.λπ. και λοιπά
- κινέζ. κινέζικος, -η, -ο
- κινημ. κινηματογράφος
- κλητ. κλητική
- κοινωνιολ. κοινωνιολογία
- κ.ο.κ. και ούτω καθεξής
- κοπτ. κοπτικός, -ή, -ό
- κουρδ. κουρδικός, -ή, -ό
- κουτσοβλάχ. κουτσοβλάχικος, -ή, ό
- κροατ. κροατικός, -ή, -ό
- κτην. κτηνιατρική
- κυπρ. κυπριακός, -ή, -ό
- κυριολ. κυριολεκτικά
- κύρ. όν. κύριο όνομα
- λ. λέξη, λήμμα
- λαϊκ. λαϊκός, -ή, -ό
- λαϊκότ. λαϊκότερα
- λαογρ. λαογραφία
- λατιν. λατινικός, -ή, -ό
- λεξ. λεξικό
- λεξικογρ. λεξικογραφία
- λετον. λετονικός, -ή, -ό
- λόγ. λόγιος, -α, -ο
- λογιστ. λογιστική
- λογοτ. λογοτεχνία
- μαγειρ. μαγειρική
- μαθημ. μαθηματικά
- μαλαισ. μαλαισιακός, -ή, -ό
- μαλτέζ. μαλτέζικος, -η, -ο
- μεγεθ. μεγεθυντικός, -ή, -ό
- μειωτ. μειωτικός, -ή, -ό
- Μέλλ. Μέλλοντας
- μέταλλ. μέταλλα
- μεταλλ. μεταλλουργία
- μετβ. μεταβατικός, -ή, -ό
- μετεωρ. μετεωρολογία
- μετρ. μετρική (ποίηση)
- μηχαν. μηχανική
- μηχανολ. μηχανολογία
- μικροβιολ. μικροβιολογικός, -ή, -ό
- μτφρ. μετάφραση
- μτφρδ. μεταφραστικό δάνειο
- μουσ. μουσική
- μππ. μετοχή παθητικού παρακειμένου
- μσν. μεσαιωνικός, -ή, -ό
- μτγν. μεταγενέστερος, -η, -ο, (300 π.Χ. –
- μτφ. μεταφορικά
- μτχ. μετοχή
- μυθ. μυθικός, -ή, -ό
- μυθολ. μυθολογία
- μ.Χ. μετά Χριστόν
- ναυτ. ναυτικός, -ή, -ό
- ναυπ. ναυπηγική
- νεοελλ. νεοελληνικός, -ή, -ό
- νεολατιν. νεολατινικός, -ή, -ό
- νεότ. νεότερος, -η, -ο
- νομ. νομικός, -ή, -ό
- νομίσμ. νομίσματα
- νορβηγ. νορβηγικός, -ή, -ό
- N ή N. Νότιος, -α, -ο
- ΝΑ ή Ν.Α. νοτιοανατολικός, -ή, -ό
- ΝΔ ή Ν.Δ. νοτιοδυτικός, -ή, -ό
- οθ. Οθωμανικά
- οικολ. οικολογία
- οικον. οικονομία
- ολλ. ολλανδικός, -ή, -ό
- Όμηρ. Όμηρος
- ομηρ. ομηρικός, -ή, -ό
- όν. όνομα
- ον. και ονομ. ονομασία
- όρ. όρος
- οργ. οργανισμός
- ορνιθ. ορνιθολογία
- ορυκτ. ορυκτολογία
- ουδ. ουδέτερο
- ουκραν. ουκρανικός, -ή, -ό
- ουσ. ουσιαστικό
- ξ.λ. ξένη λέξη
- ξ.ό. ξένος όρος
- Ξεν. Ξενοφώντας
- παθ. παθητική φωνή
- παλ. παλαιός, -ή, -ό
- παλαιοντ. παλαιοντολογία
- παλαιότ. παλαιότερος, -η, -ο
- παράγ. παράγωγα
- παραδ. παραδείγματα
- παραθ. παραθετικά
- Παρακ. Παρακείμενος
- παράλλ. παράλληλος, -η, -ο
- Παρατ. Παρατατικός
- παροιμ. παροιμία, -ες
- πβ. παράβαλε
- περ. περίπου
- περιγρ. περιγραφικά
- περσ. περσικός, -ή, -ό
- Πλάτ. Πλάτωνας
- πληθ. πληθυντικός [αριθμός]
- πληροφ. πληροφορική
- Πλούτ. Πλούταρχος
- ποιητ. ποιητικός, -ή, -ό
- Πολύβ. Πολύβιος
- πολιτ. πολιτική
- πολων. πολωνικός, -ή, -ό
- πορτογ. πορτογαλικός, -ή, -ό
- ποτ. ποτό
- προέλ. προέλευση
- προελλ. προελληνικός, -ή, -ό
- πρόθ. πρόθεση
- προσηγ. προσηγορικός, -ή, -ό
- π.χ. παραδείγματος χάριν
- π.Χ. προ Χριστού
- ρ. ρήμα
- ρημ. ρηματικός, -ή, -ό
- ρουμ. ρουμανικός, -ή, -ό
- ρωσ. ρωσικός, -ή, -ό
- σ. σελίδα
- σανσκρ. σανσκριτικός, -ή, -ό
- σελ. σελίδα
- σημ. σημασία
- σημδ. σημασιολογικό δάνειο
- σημιτ. σημιτικός, -ή, -ό
- σκανδιναβ. σκανδιναβικός, -ή, -ό
- σκωπτ. σκωπτικός, -ή, -ό
- σλαβ. σλαβικός, -ή, -ό
- σουδαν. σουδανικός, -ή, -ό
- σουηδ. σουηδικός, -ή, -ό
- σουμερ. σουμερικός, -ή, -ό
- Σοφ. Σοφοκλής
- σπάν. σπάνιος, -α, -ο
- στίχ. στίχοι
- στατ. στατιστική
- στερητ. στερητικό
- στρατ. στρατιωτικός, ή, -ό
- συγγ. συγγενικός, -ή, -ό
- συνεκδ. συνεκδοχικά
- συνήθ. συνήθης
- συνηρ. συνηρημένος, -η, -ο
- σύνθ. σύνθετος, -η, -ο
- συνθετ. συνθετικός, -ή, -ό
- συντακτ. συντακτικό
- σύντμ. σύντμηση
- συνών. συνώνυμα
- σχόλ. σχόλια
- τ. τύπος
- τέχν. τέχνη
- τεχνολ. τεχνολογία
- τηλεπ. τηλεπικοινωνίες
- τ.μ. τετραγωνικά μέτρα
- τοπ. τοπικός, -ή, -ό, και τοπικά
- τοπογρ. τοπογραφία
- τοπων. τοπωνύμιο
- τουρκ. τουρκικός, -ή, -ό
- Τραγ. τραγικοί ποιητές
- τρόφ. τρόφιμα
- τ.χλμ. τετραγωνικά χιλιόμετρα
- υβριστ. υβριστικός, -ή, -ό
- υδρογρ. υδρογραφία
- υπερθ. υπερθετικός, -ή, -ό
- Υποτ. Υποτακτική
- υφαντ. υφαντουργία
- φαρμ. φαρμακευτική
- φιλανδ. φιλανδικός, -ή, -ό
- φιλολ. φιλολογία
- φιλοσ. φιλοσοφία
- φοινικ. φοινικικός, -ή, -ό
- φρ. φράση / -σεις
- φραγκ. φράγκικος, -η, -ο
- φυσ. φυσική
- φυσιολ. φυσιολογία
- φ. φωνή
- φυτολ. φυτολογία
- φων. φωνήεν
- φωτογρ. φωτογραφία
- χαϊδευτ. χαϊδευτικά
- χαρακτ. χαρακτηρισμός
- χαρτογρ. χαρτογραφία
- χεττιτ. χεττιτικός, -ή, -ό
- χλευαστ. χλευαστικά
- χημ. χημεία
- χρ. χρόνος
- ψυχιατρ. ψυχιατρική
- ψυχολ. ψυχολογία
- ωκεανογρ. ωκεανογραφία