navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μουσέλι

μουσέλι

το, ουσ.

(ναυτ.) α) σκοινί από παλιά ξάρτια, β) σχοινί ενοποιημένο με συρραφή άλλων σχοινιών.

Ετυμολογία

< μσν. μουσέλιον < βενετ. musello ή ιταλ. muscello.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μουσέλι», σ. 537. https://navalhistory.gr/lexiko/μουσελι/