προδετώ
ρ. [αμετβ.]
(ναυτ.) δένω με την πλώρη το σκάφος με σκοπό την καλύτερη και ασφαλέστερη φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων και ιδίως οχημάτων, αντών. πρυμνοδετώ.
Ετυμολογία
< προ + -δετώ < δετός.
Παράγωγα
προδέτηση [= δέσιμο του σκάφους από την πλώρη στο ντόκο και άγκυρα από την πρύμνη].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προδετώ», σ. 700. https://navalhistory.gr/lexiko/προδετω/