Κ
1.001 λήμματα από Κ.
- Κ, κ, κάππα
- Κ' ή κ'
- 'Κ ή 'κ ή ͵κ
- Καβάλα
- καβαλέτα
- καβαλέτο
- καβαλάρης
- καβά(ν)τζα
- καβα(ν)τζάρω, και καβεζάρω
- καβασάκι
- καβέτο
- καβίλια
- καβιτέλλο
- καβο-
- καβοδέτης
- καβοντάργανο, και καβολάργανο
- Κάβο Ντόρο
- κάβος, [1]
- κάβος, [2]
- καβοσύρτης και καβοσούλτος
- καβούκι
- κάβουρας
- καβουρολόγος
- καβουρομάν(ν)α
- καβουροσύρτης και καβουροσούρτης
- καγιάκ
- κάγκελο
- καδένα
- καδερνάλιο
- κάδμιο
- Κάδιθ και Κάντιθ
- κάδος
- καδρόνι
- καζάκι
- Καζαμπλάνκα
- καζανάκι
- καζάνι
- καζίλι
- καζίνο
- καήλα και καΐλα
- καθαίρεση
- καθαιρώ
- καθαλάτωση
- κάθαμμα
- καθαμματίζω και καθάπτω
- καθαρίζω
- καθαρισμός
- καθαριστήριο
- καθαριστής
- καθαρός
- κάθαρση
- καθέκτης
- καθέλκυση
- καθελκυστήρας
- καθελκύω
- καθέλκω
- κάθεμα και κάθημα
- καθετή
- κάθετοι κύκλοι ή κατακόρυφοι κύκλοι
- καθετόμετρο
- κάθετος
- καθήκον
- καθήλωση
- καθιζάνω
- καθίζηση
- καθίζω
- κάθισμα
- κάθοδος
- καθολικό
- καθολκή
- καθορισμός
- καθορμίζω
- καθούρι
- καθρέφτης και καθρέπτης
- καθυστέρηση
- καθυστερώ
- Καίηπ Τάουν
- καϊκάς
- καΐκι
- καϊκιά
- καικίας
- καϊκιάτικα
- καϊκ(τ)σής και καϊξής
- καϊκχανές
- καϊνάκι
- Κάιρο
- καιρός
- κάιτ σερφ
- καίω
- κακάβι
- κακαρέλος
- κακκάβη δες κακάβι
- κακ(κ)αβιά
- κακοθάλασσος
- κακοκαιρία
- κακοτάξιδος
- καλάδα
- καλάθι
- καλάι
- καλαΐδισμα δες καλάισμα
- καλαΐζω και καλαϊδίζω και καλαϊντίζω
- καλάινος
- καλάισμα
- καλαμάρι
- Καλαμάτα
- καλάμι
- καλαμίδι
- καλαμίθρα και καλαμήθρα, [
- καλαμίτα
- καλαντάρι και καλανδάρι και καλεντάρι
- καλάρισμα
- καλάρω
- καλαφάτης
- καλαφατίζω
- καλαφατικά
- καλαφάτισμα
- καλέμι
- καλεμίζω
- καλεντάρι
- Καλίνινγκραντ
- κάλι(ο)
- καλιοντζής και γαλιοντζής
- καλκάνι
- καλκανόβατος
- Καλκούτα
- καλλιώνυμος
- κάλμα
- καλμάρω
- καλόγερος και καλόγηρος
- καλογρίτσα
- καλοθάλασσος
- καλοκαίρι
- καλοκαιρία και καλοκαιριά
- καλοκαιριάτικος
- καλόμα δες καλούμο
- καλομάρω
- καλοριφέρ
- καλόσφυρα
- καλοτάξιδος
- καλο(υ)μάρω
- καλούμο
- καλούπι
- καλοφούρτουνος
- κάλυμμα
- Κάλυμνος
- καλύπτρα
- καλύπτω
- Καλυψώ[1]
- Καλυψώ[2]
- καλώ
- καλωδιακό πλοίο
- καλώδιο
- καλωδιοανιχνευτής
- καλωδιοτοποθέτης
- κάλως
- κάμα
- καμάκι
- κάμαρα
- καμάρι
- καμαριέρης
- καμαρότος
- κάμερα
- καμινάδα
- καμινέτο
- καμινευτήρας
- καμινεύω
- καμίνι
- κάμινος
- καμιόνι
- καμουφλάζ
- καμουφλάρω
- καμπάνα
- καμπανέλι
- καμπανελόπετρα
- καμπανός
- καμπαρέ
- καμπή
- καμπίνα
- κάμπινγκ
- καμπινές
- Καμπότζη
- κάμποτ(ο)
- καμπούνι
- κάμπτω
- καμπύλη
- καμπυλόγραμμο
- καμπυλογράφος
- καμπύλος
- καμπυλώνω
- κάμψη
- κάνα και κάννα
- καναβάτσο
- Καναδάς
- κανάλι
- καναπές
- κανάτι
- κανδηλιέρι
- κανδιλίτσα και καντηλίτσα
- κάνθαρος
- κανθήλιο
- κανθός
- κανναβάριος
- καν(ν)αβάτσο
- καν(ν)άβι
- καν(ν)αβιδιά
- καν(ν)αβόπανο
- κάν(ν)αβος
- καν(ν)αβόσχοινο
- κανό
- κανοκιάλι και κιανοκιάλι
- κανόνας
- κανονάτα
- κανονέτο
- κανόνι
- κανονιά
- κανονιέρα
- κανονιέρης και κανονιέρος
- κανονίζω
- κανονικός
- κανονιοβολισμός
- κανονιοβολώ
- κανονιοθυρίδα
- κανονιοφόρος
- κανονισμός
- κανονιστής
- κάνουλα
- καντάρι
- κανταριά
- κανταρτζής
- κάντζα και κάντζια
- καντηλίτσα δες κανδιλίτσα
- καντίνα
- Καντόνα δες Γκουανγκτζού
- καντράν
- καουτσούκ
- κάπα
- καπάδικο
- καπάκι
- καπάρο
- καπελ(λ)άγιο
- καπελάρω και καπελλάρω
- καπέλο
- καπετάνια
- καπετάν(ι)ος και καπιτάνιος
- καπιτάνα και καπιτάνια
- καπλαμάς
- καπνιστήριο
- καπνογόνο
- καπνοδόχος
- καπνοθάλαμος
- καπνός
- καπονάρω και καπονιάρω
- καπονέρα
- καπόνι
- κάπος
- καπουτσίνος
- καραβάνα
- καραβέλα
- καράβι
- καραβίδα
- καραβόγατος
- καραβοκύρης
- καράβολας
- καραβόλυκος
- καραβομαραγκός
- καραβόπανο
- κάραβος
- καραβοσαΐτα ή καραβοσαϊτιά
- καραβόσκαρο
- καραβόσκοινο και καραβόσχοινο και καραβοσχοίνι
- καραβόσκυλος
- καραβοστάσι
- καραβοτσακίζομαι
- καραβοφάναρο
- καραγάτσι και καρακάτσι
- καράγιαλης και καράγελης
- Καραϊβική
- Καραϊβική Θάλασσα
- καράκα
- καραμο(υ)σάλι και καραμουσέλι
- καραμπογιά
- καραμποτίνι
- καραντί
- καραντίνα
- καρατάρω
- καρατέλο
- καράτι
- Καράτσι
- καρβο-
- καρβούνι
- καρβουνιάρικο
- καρβουνιάρης
- καρβουνιέρα
- κάρβουνο
- κάργα
- καργαδούρος
- καργάρω
- καργέλι και καργέρι
- κάργ(κ)ο
- κάρδοπος και καρδόπη
- καρέ
- καρέκλα
- καρέλ(λ)α
- καρέλ(λ)ι δες καρέλλα
- καρένα δες καρίνα
- καρ(ε)νάγιο
- καρενάρω και καρινάρω
- καριέρα
- καρίνα και καρένα
- καρινάρω δες καρενάρω
- καρκινοειδή¹
- καρκίνος
- καρκινοειδή²
- καρλίνο ή γαρλίνο και καρλίνι
- Καρλόβασι
- καρμπιρατέρ και καρμπιλατέρ
- καρνάγιο και καρενάγιο
- καρνέ
- καρονάδα
- καρότσα
- καρούλι και καρέλι
- Κάρπαθος
- Καρπάθιο Πέλαγος
- καρπούζι
- καρράκα
- καρρέ
- κάρτα
- καρτέλα
- κάρτερ
- καρτίνι
- καρτ ποστάλ
- καρτσίνα
- καρυδάκι
- καρυόκομβος και καρυδόκομπος
- καρυόσχοινο
- καρφί
- καρφώνω
- καρχαρίας
- καρχαρίνος τεφρός
- κάσα
- κασάρι ή κοσάρι
- κάσαρο
- κασέλα
- κασέτα
- κάσκα
- κασκαβάλι
- κασκέτο
- κασόνι
- Κάσος
- Κασπία Θάλασσα
- Κασσάνδρα
- κάσ(σ)αρο
- Κασσιόπη ή Κασσιόπεια ή Κασσιέπεια
- κασσίτερος
- κασσιτερώνω
- καστανιά
- καστάνια
- καστανιόλα
- Καστελ(λ)όριζο
- καταβάλλω
- καταβιβάζω
- καταβολή
- καταβρέχω
- καταβυθίζω
- καταγάλανος
- καταγγελία
- καταγγέλλω και καταγγέλνω
- κατάγιαλα
- Καταγραφέας Δεδομένων Ταξιδίου
- καταγραφή
- καταγράφω
- καταδιωκτικό πλοίο
- καταδρομέας
- καταδρομή
- καταδρομικό
- καταδύομαι
- κατάδυση
- καταδυτικός
- καταδυτικός κώδωνας
- κατάθεση
- καταθέτης
- καταθέτω
- καταιγίδα
- καταιγιδοφόρος
- κατακαθίζω
- κατακάθισμα
- κατακαλόκαιρο
- κατάκλιση
- κατακλύζω
- κατάκλυση
- κατακλυσμιαίος
- κατακλυσμός
- κατακόρυφος
- κατάλογος
- καταλύτης
- καταμαράν
- καταμέτρηση
- καταμετρητής
- καταμετρώ
- κατάμπαρο
- καταναλώνω
- κατανάλωση
- καταναυμαχώ
- κατανομή
- καταξεριάς και κατάξηρος
- καταπακτή και καταπαχτή
- καταπέλτης
- καταπλέω
- κατάπλους
- κατάπλωρος
- καταπόνηση και καταπόνεση
- καταποντίζω
- καταποντισμός
- καταπονώ
- κατάπρυμα
- κατάπρυμος και κατάπρυμνος
- Κατάρ
- καταράφα
- καταρρακτώδης και καταρραχτώδης
- κατάρτι
- κατασβεστήρας
- κατασκευή
- κατάσταση
- κατάστρωμα
- κατάσχω
- κατάταξη
- καταυγαστήρας
- καταφεύγω
- καταφθάνω και καταφτάνω
- καταφρα(γ)ή
- καταφυγή
- καταχείμωνο
- καταχνιά και κατάχνια
- καταχώρηση
- καταχωρώ
- κατεργάρης
- κάτεργο
- κατευθείαν
- κατεύθυνση
- κατευθυντήρας
- κατευθύνω
- κατευόδιο
- κατευοδώνω
- κατεψυγμένος
- κατιόν
- κατόπτευση
- κατοπτεύω
- κάτοπτρο
- κατούνα
- κατουρλίδα
- κάτοψη
- κατράμι και κατράνι
- κατραμίζω και κατραμιάζω και κατραμώνω
- κατραμόνερο
- κατραμόπανο
- κατραμόστουπο
- κατραμόχαρτο
- κατράμωμα
- κατραμώνω δες κατραμίζω
- κατράς
- κατσαβίδι
- κατσάδα
- κατσαρίδα
- κατσάρω
- κατσούλι
- κάτω
- κατώφλι
- καυκί
- καυσαέριο
- καύση
- καύσιμος
- καυστήρας
- καυστικός
- καύσωνας
- καφάσι
- καφασωτός
- Καφηρέας
- κάψα
- κάψιμο
- Κέα
- κεδρέλαιο
- κεδρί
- κεδρία
- κέδρινος
- κέδρος
- κέδρωμα
- κεδρώνω και κεδρώ
- κεδρωτός
- κεζάπ(ι) και κιζάπ(ι)
- κειρία
- κειριόω/-ώ
- κέλευ(σ)μα
- κελευστής
- κέλητας
- κελί
- κελοφάνη δες σελοφάν
- κέλυφος
- Κεμπέκ
- κενόμετρο
- κενός
- κένταυρος
- κεντρικός
- κέντρο
- κεντροβαρής
- κεντρομόλος
- κεντρόνι
- κεντρόφυγος
- Κένυα
- κεραία
- κέρας
- Κεράτιος Κόλπος
- κεραυνός
- κέρδος
- κερδοσκοπία
- κερδοσκοπώ
- κερεζίνη και κηροζίνη
- κερεστε(ν)τζής
- κερεστές
- κερκέτης
- κερκίς
- κερκόπους
- κέρκος
- κέρκουρος και κερκούρος και κέρκυρος
- Κέρκυρα
- κεροίαξ
- Κέρος
- κερουλκός
- κερούχος
- κέστρα
- κετσές
- κεφαλαιαγορά
- κεφάλαιο
- κεφαλή
- Κεφαλληνία
- κεφαλόποδα
- κεφαλόπουλο
- κέφαλος
- κηρόπανο και κερόπανο και κεροπάνι
- κηροπήγιο
- κηρυκευτικό
- κηρωτό
- κηρωτός
- κητέλαιο
- κήτος
- κιαλάρω
- κιάλι
- κιβώτιο
- κιγκλίδωμα
- κιγκλιδώνω
- κιλό
- κιλο-
- κιλοβάτ
- κιλοβατώρα
- κιλοβόλτ
- κιλομπάιτ
- κιλοτζάουλ
- κιλοχέρτς
- κιμωλία
- Κίμωλος
- Κίνα
- Κίναρος
- κινάω, -ώ
- κινδυνεύω και κιντυνεύω
- κίνδυνος και κίντυνος
- κίνηση
- κινητήρας
- κινητήριος
- κινητικός
- κινητικότητα
- κινητός
- κίονας
- κιονίσκος
- κιονόδεσμος
- κιονοδετώ
- Κινχουανγκτάο
- κιορμπαστούνι
- κιοσελές
- κιουμπράτσο ή κεμπράχο ή μαόνι
- κιούρτος
- κιρλα(ν)γκίτσι
- κίσ(σ)ηρη
- Κιτακιούσου
- Κίτρινη Θάλασσα
- κλάδος
- κλάμπανο
- κλαπέτο
- κλαρκ
- κλάση
- κλάσμα
- κλειδαριά και κλειδωνιά
- κλειδί
- κλειδώνω
- κλείνω και κλείω
- κλειστός
- κλήθρα ή σκλήθρα
- κλήση
- κλητεύω
- κλητήριο
- κλίβανος
- κλίμα
- κλίμακα
- κλιμάκιο
- κλιμακοστάσιο
- κλιμακωτός
- κλιματικός
- κλιματισμός
- κλιματο-
- κλίνη
- κλινήρης
- κλινική
- κλινο- και κλινό-
- κλινοσκέπασμα
- κλινοστρωμνή
- κλίνω
- κλίπερ
- κλίση
- κλισίμετρο και κλισιόμετρο και κλινόμετρο
- κλοιός
- κλύδων και κλύδωνας
- κλυδωνίζομαι
- κλυδωνισία
- κλωβός
- κλώθω
- κλώσμα
- κλωστή
- κνώδακας
- κνωδακοφόρος
- κόβα
- κόβω και κόφτω και κόπτω
- κογκάρδα δες κονκάρδα
- κο(γ)χύλι
- κοίλος
- κοιλότητα
- κοινοπραξία
- κοινός
- κοινωμάτιο
- κοίτη
- κοιτώνας
- κοκ και κωκ
- κοκάλι
- κοκέτα δες κουκέτα
- κοκκαγκαθίτης
- κοκκαλάρης και κοκκαλίας
- κοκκαλάς
- κόκκινος ή ερυθρός τόνος
- κοκκινοφτέρα
- κοκκινόχαννος
- κοκκινόψαρο
- κοκκοκεντροφόρος
- κόκκος
- κοκκωτός
- κοκορέλι
- κοκωβιός
- κολαουζιέρης
- κολαούζο
- κολαούζος και κολαγούζος και κολαούσης και κολαούζης
- κολάρο
- κολατσ(ι)ό
- κολιός
- κόλλα
- κόλλημα
- κόλληση
- κολλησόψαρο
- κολλητήρι
- κολλώ
- Κολομβία
- κολόμπα
- κολομπίρι
- Κολόμπο
- κολόνα
- κόλουρος
- κολπάδα
- κόλπος
- κολύμβηση
- κολυμβητήριο
- κολυμβητής και κολυμπητής
- κολυμβητικός
- κολυμπάω, -ώ
- κολυμπητής
- κομβίον δες κουμπί
- κομβόι
- κόμβος
- κομήτης
- κομιστής
- κόμιστρο
- κόμμα
- κόμμι
- κομό
- κομοδέσιο ή ακομοδέσιο
- κομοδίνο
- κομπάνια δες κουμπάνια
- κομπάσο δες κουμπάσο
- Κόμπε
- κομπιούτερ
- κομπόδεμα
- κομποδένω
- κομπόδεση
- κόμπος και κόμβος
- κομπωτός
- κονβόι και κομβόι και κονβόγιο και κομβόγιο
- κονδύλι και κονδύλιο
- κονιορτός
- κονιορτοστρόβιλος
- κονιοστεγής
- κονσέρβα
- κονσόλα
- κονσόρτσιουμ
- κοντά
- κονταίηνερ
- κοντάρι
- κοντέρ
- κοντός
- κοντοφύλακας
- κόντρα
- κοντρα καρένα και κόντρα καρίνα
- κοντρακόβα
- κοντρακοράκι
- κόντρα κουρτελατσίνι
- κοντραμαντάρι
- κόντρα μετζάνα και κοντραμετζάνα
- κοντραμπαντιέρης και κοντραμπατζής
- κοντραμπάντο
- κόντρα μπαστούνι και κοντραμπαστούνι
- κοντραμπατζής δες κοντραμπαντιέρης
- κοντραμπέλμπερης
- κοντραμπράτσο
- κοντραπαπαφίγκος
- κοντραπλακέ
- κοντρασκότα
- κοντρασταλία
- κοντραστάρω και κοντρεστάρω
- κοντραστίγκος και κόντρα στίγκος
- κοντραφλόκος
- κοντρόλ
- κοντρολάρω, -ομαι
- κοπάζω
- κοπάλιο
- κοπάνι ή κοπανέλι
- κόπανος
- Κοπε(ν)γχάγη
- κοπή
- κοπίδι
- κόπτω
- κοραδούρος δες κουραδόρος
- κοράκι
- κορακόδεσμος
- κορακωτός
- κοραλλένιος
- κοράλλι
- κοραλλιογενής
- κοραλλιογραφία
- κοραλλιολόγος
- κορβέτα
- κορδέλα
- κορδέλι δες γουρδέλι
- κορδονέτο
- κορδόνι
- Κορέα
- κορήγονος
- κόρηθρο
- Κόρινθος
- κορίτα δες κουρίτα
- κόρκωμα και κούρκουμο
- κορμοράνος
- κορμός
- κόρνα
- κορνέλλα
- κορνίζα
- κορόνα και κορώνα
- κόρος
- Κορσική
- κόρυμβος
- κορυφή
- κορώνη
- κόσκινο
- κόσμημα
- κοσμογνωσία
- κοσμογραφία
- κόστα
- κοστάδος
- κοστάκι
- κοστάρισμα
- κοστάρω δες ακοστάρω
- κοστίζω
- κοστολογώ
- κότερο και κόττερο
- κοτόν
- κοτσανέλο και κουτσανέλο
- κοτσάρω
- Κοτσί
- κόττερο δες κότερο
- κοτύλη
- Κουάλα Λουμπούρ
- Κούβα
- κουβάρι
- κουβάς
- Κουβέιτ
- κουβέρτα
- κουβούσι
- κουδέττα
- κουδουνοσάνιδο
- κουζίνα
- κουζινέτο
- κουζουλούκι
- Κουιντάο
- κουκέτα
- κουκούλα
- κουλόμ(π)
- κουλούρα
- κουλούρι
- κουμαντάρω
- κουμάντο
- κουμβάριον
- κουμέρκι
- κουμπάνια
- κο(υ)μπάσο
- κουνούπι
- κουντρίνι ή κουντρουλίνι
- κουντροκουρτελατσίνι
- κούντρος και κούντρας, ή σίπαρος
- κουπαστή
- κουπί
- κουπλάρισμα
- κουραδόρος
- κο(υ)ραστάρι και κορδαστάρι
- κούρβα
- κουρδίζω δες κουρντίζω
- κο(υ)ρζέτο ή κρο(υ)ζέτο
- κουριέρα
- κο(υ)ρίτα
- κούρκουμο δες κόρκωμα
- κουρκούνα
- κούρκωμα και κούρκουμο δες κόρκωμα
- κουρντίζω και κουρδίζω και χορδίζω
- Κουροσίβο ή Κουροσίο
- κουρρέντι
- κο(υ)ρσάρος
- κούρσος
- κουρτελάτσα
- κουρτελατσίνι
- κουτάλα
- κουτούκι
- κούτσα
- κουτσανέλο δες κοτσανέλο
- κουτσομούρα
- κούτσουρο
- κουφάρι
- κουφόβραση
- Κουφονήσια
- κόφα
- κοφίνι
- κοχλάδι και κοχλίδι και χοχλάδι
- κοχλάζω και χοχλάζω και χοχλακώ
- κοχλασμός
- κοχλιάριο
- κοχλίας
- κοχλίδι δες κοχλάδι
- κοχλιοστρόφιο και κοχλιοστροφείο
- κοχλιοτόμος
- κοχλιοτρύπανο
- κοχλιωτός
- κοχύλι
- κραδασμός
- κράμα
- κρανιός
- κράνος
- κρασσόστρεο
- κράτει
- κρατήρας
- κράτηση
- κρατητήριο
- κρατικός
- κρατώ
- κρεβάτι
- κρεμάθα ή κρεμάθρα
- κρέμαση
- κρεμαστάρι
- κρεμαστήρας
- κρεμαστός
- κρεμμυδόψαρο
- κρεμώ
- κρένι
- κρηπίδα
- Κρήτη
- Κρητικό Πέλαγος
- κρητικός
- κρικέλλι
- κρίκος
- κρικόδεσμος
- Κριμαία
- κριός
- κρίση
- κρις-κραφτ
- Κροατία
- κροκάλα
- κρόουλ
- κροσάρω
- κροσάρισμα
- κρόσσι
- κροσσωτός
- κρότος
- κρουαζιέρα
- κρουαζιερόπλοιο
- κρουζάρω
- κρουζέτο και κουρζέτο
- κρουνός
- κρούση
- κρουσιφλεγής
- κρούστα
- κρουστικός
- κρούω
- κρύος
- κρυπτογράφημα
- κρυπτογράφηση
- κρυσταλλικός
- κρύσταλλο
- κυανός
- κυβερνείο
- κυβερνήτης
- κυβερνώ
- κυβίζω
- κυβικός
- κυβισμός
- κύβος
- κυδώνι
- Κύθηρα
- Κύθνος
- Κυκλάδες
- κυκλικός
- κυκλόμετρο
- κύκλος
- κυκλοφορητής
- κυκλοφορία
- κυκλοφορώ
- κύκλωμα
- κυκλώνας
- κύκνος
- κυλικείο
- κυλινδρέλαιο
- κυλινδρικός
- κύλινδρος
- κυλιστήριον
- κύμα
- κυμαίνω
- κύμανση
- κυματίζω
- Κυματική
- κυμάτισμα
- κυματισμός
- κυματιστός
- κυματογενής
- κυματογόνος
- κυματοδρομώ
- κυματοδρομία
- κυματοδρόμος
- κυματόζωστος
- κυματοθραύστης
- κυματόμετρο
- κυματόπλαστος
- κυματοτόμος
- κυματούσα
- κυματωγή
- κυματώδης
- κύμβη
- κυνηγός
- κυνικά καύματα
- κυπαρίσσι
- κύπελλο
- κυπρίνος
- Κύπρος
- κυρηναϊκός
- Κυριακή
- κύριος
- κυρτός
- κυρτότητα
- κύρτωμα
- κυρτώνω
- κύτος
- κυτωρός
- κυψελοειδής
- κώδικας
- κώδωνας
- κωδωνοφόρος
- κώθωνας
- κωκ
- κώλο
- κωλοβρέχτης
- κωλόπανο
- κωλοχτύπα
- κωλυσιπλοΐα
- κωνικός
- κώνος
- Κωνσταντινούπολη
- κώπη
- κωπηλασία
- κωπηλάτης
- κωπηλατικός
- κωπήλατος
- κωπηλατώ
- κωπητήρας
- Κως