navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κούτσουρο

κούτσουρο

το, ουσ.

  1. κορμός δέντρου χωρίς τα κλαδιά του
  2. κομμάτι αποξηραμένου χονδρού ξύλου κατάλληλου για ναυπηγική χρήση
  3. καυσόξυλο
  4. (μτφ.) α) ο μοναχικός άνθρωπος, β) άνθρωπος χωρίς γνώσεις, ο αγράμματος, γ) μαθητής με χαμηλή μαθησιακή απόδωση, συνών. ξύλο απελέκητο, βραδύνους, δυσμαθής.

Ετυμολογία

< μσν. κούτσουρον ίσως < κόψουρον [= με κομμένη ουρά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κούτσουρο», σ. 456. https://navalhistory.gr/lexiko/κουτσουρο/