κούτσουρο
το, ουσ.
- κορμός δέντρου χωρίς τα κλαδιά του
- κομμάτι αποξηραμένου χονδρού ξύλου κατάλληλου για ναυπηγική χρήση
- καυσόξυλο
- (μτφ.) α) ο μοναχικός άνθρωπος, β) άνθρωπος χωρίς γνώσεις, ο αγράμματος, γ) μαθητής με χαμηλή μαθησιακή απόδωση, συνών. ξύλο απελέκητο, βραδύνους, δυσμαθής.
Ετυμολογία
< μσν. κούτσουρον ίσως < κόψουρον [= με κομμένη ουρά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κούτσουρο», σ. 456. https://navalhistory.gr/lexiko/κουτσουρο/