κρυσταλλικός
-ή, -ό, επίθ.
1. αυτός που έχει τη μορφή ή τη σύνθεση κρυστάλλου, (φρ.) «κρυσταλλική δομή», «κρυσταλλικά σώματα / συστήματα», «κρυσταλλική τάξη», «κρυσταλλικό πέτρωμα / πλέγμα / μικρόφωνο», «κρυσταλλική ζάχαρη», «κρυσταλλικός ανορθωτής / αντηχητής / δέκτης / ρυθμιστής / ταλαντωτής / φωρατής [= συσκευή ανίχνευσης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων]».
Ετυμολογία
(αντιδάνειο)
ή < γαλλ. cristall(ine) < λατ. crystallinus < αρχ. κρυστάλλινος, [-ικός], και
ή αγγλ. crystal < μσν. αγγλ. cristal < λατιν. crystallum < κρύσταλλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρυσταλλικός», σ. 462. https://navalhistory.gr/lexiko/κρυσταλλικοσ/