καζίνο
το, ουσ.

- μεγάλο και πολυτελές κέντρο, συνήθως σε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις ή σε μεγάλα κρουαζιερόπλοια, για χαρτοπαιξία, τυχερά παιχνίδια, όπως π.χ. η ρουλέτα, οι κουλοχέρηδες, το πόκερ, η πόκα κ.λπ.
- (κινημ.) «Casino Royale», βρετανική κατασκοπευτική περιπέτεια.
Ετυμολογία
< παλ. ιταλ. casino [= βίλα για διασκεδάσεις].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καζίνο», σσ. 383-384. https://navalhistory.gr/lexiko/καζινο/