navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καθρέφτης και καθρέπτης

καθρέφτης

Και: καθρέπτης

ο, ουσ.

  1. λεία και στιλπνή επιφάνεια, η μία πλευρά της οποίας είναι καλυμμένη με κασσίτερο, που αντανακλά τα είδωλα που βρίσκονται μπροστά της
  2. (ναυπ.) το μπροστινό τμήμα της υπερκατασκευής πλοίου στην οποία ανήκει η γέφυρα του πλοίου
  3. (ναυπ.) η κάθετη, ως πλευρά, πρύμνη της βάρκας στην οποία προσαρμόζουμε την εξωλέμβια μηχανή, συνών. παπαδιά
  4. (φρ.) «καθρέφτης ατμοσύρτη / λέβητα / εμπρόσθιος / οπίσθιος / σύρτη / ασφαλείας»,
  5. (λογοτ.) *«Ο καθρέφτης της θάλασσας» του Conrad Joseph, εκδ. Ίνδικτος.

Ετυμολογία

< μσν. καθρέπτης < κάθοπτρον < αρχ. κάτοπτρον.

Παράγωγα

καθρεφτίζω > καθρέφτισμα. ΣΧΟΛΙΟ: «Στον Κόνραντ, η θάλασσα δεν είναι δεκανίκι της μυθοπλασίας αλλά ένας καθρέφτης της εσωτερικής περιπέτειας. Η συνείδηση και η μνήμη αντανακλούν αδιάκοπα στην αρυτίδωτη επιφάνεια αυτού του πορσελάνινου ωκεανού».

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθρέφτης και καθρέπτης», σ. 387. https://navalhistory.gr/lexiko/καθρεφτησ-και-καθρεπτησ/