κορδόνι
το, ουσ.

- (ενδυμ.) α) σύνολο από πλεγμένες και στριμμένες κλωστές, β) λεπτό δερμάτινο λουρί ή λεπτοφτιαγμένο σύνολο κλωστών κατάλληλο για το δέσιμο παπουτσιών
- (στρατ.) [πληθ.] τύπος πλέγματος κλωστών ως διακριτικό στοιχείο για το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας, αμφιμασχάλια
- (μτφ.-ως επίρρ.) χωρίς διακοπή.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. cordone < βενετ. cordon υποκ. του λατιν. corda < αρχ. χορδή, δωρ. τ. χορδά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορδόνι», σ. 449. https://navalhistory.gr/lexiko/κορδονι/