navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κορδόνι

κορδόνι

το, ουσ.

κορδόνι, εικόνα από το έντυπο
  1. (ενδυμ.) α) σύνολο από πλεγμένες και στριμμένες κλωστές, β) λεπτό δερμάτινο λουρί ή λεπτοφτιαγμένο σύνολο κλωστών κατάλληλο για το δέσιμο παπουτσιών
  2. (στρατ.) [πληθ.] τύπος πλέγματος κλωστών ως διακριτικό στοιχείο για το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας, αμφιμασχάλια
  3. (μτφ.-ως επίρρ.) χωρίς διακοπή.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. cordone < βενετ. cordon υποκ. του λατιν. corda < αρχ. χορδή, δωρ. τ. χορδά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορδόνι», σ. 449. https://navalhistory.gr/lexiko/κορδονι/