καβο-
πρώτο συνθετικό πολλών ακρωτηρίων π.χ. Κάβο-Φονιάς και Κάβο-Κολόνες [Σούνιο], Καβο-Μαλιάς ή Κάβο-Μαλέας [Λακωνία], κάβο-Ματαπάς (λαϊκ.) το Ταίναρο, Κάβο-Ντόρο [= χρυσό ακρωτήρι, αλλιώς Καφηρέας, Ν.Εύβοια], Κάβο-Γκρέκο [Κύπρος], Κάβο-Σκυλί [Πελοπόννησος], Κάβο-Σίδερο [Β. Κρήτη], Κάβο-Πάπα [Ικαρία] και πολλά άλλα.
Ετυμολογία
< γενουάτ. cavo < λατιν. cavus [= κοίλος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καβο-», σ. 381. https://navalhistory.gr/lexiko/καβο/