κώπη
η, ουσ.
1. λαβή δοχείου, 2 το κουπί, 3. (φρ.) «κώπη λέμβου / πηδαλιουχίας [ουράδιον] πρύμνης / πρωραία / στρεβλή / με πτερύγιο κοίλο – επίπεδο».
Ετυμολογία
< αρχ. κώπη [= 1. χερούλι κουπιού και γενικά κουπί, 2. λαβή ξίφους, εγχειριδίου, 3. λαβή κλειδιού, 4. λαβή λαμπάδας ή πυρσού L.&Sc.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κώπη», σ. 470. https://navalhistory.gr/lexiko/κωπη/