navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καθαιρώ

καθαιρώ

ρ. [μετβ.]

  1. αφαιρώ το αξίωμα από κάποιον ή τον υποβιβάζω διοικητικά, συνών. αποπέμπω
  2. γκρεμίζω οικοδόμημα, κατεδαφίζω
  3. υποστέλλω, κατεβάζω, μαϊνάρω.

Ετυμολογία

< μτγν. καθαιρῶ, [= κατεβάζω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθαιρώ», σ. 384. https://navalhistory.gr/lexiko/καθαιρω/