καθαιρώ
ρ. [μετβ.]
- αφαιρώ το αξίωμα από κάποιον ή τον υποβιβάζω διοικητικά, συνών. αποπέμπω
- γκρεμίζω οικοδόμημα, κατεδαφίζω
- υποστέλλω, κατεβάζω, μαϊνάρω.
Ετυμολογία
< μτγν. καθαιρῶ, [= κατεβάζω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθαιρώ», σ. 384. https://navalhistory.gr/lexiko/καθαιρω/