navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλώθω

κλώθω

ρ. [αμετβ.]

  1. (λαϊκότρ.) φτιάχνω νήμα στριφογυρίζοντας βαμβάκι ή μαλλί με τα δάχτυλα, γνέθω, στρίβω
  2. γυρίζω, περιστρέφω, στρέφω
  3. γίνομαι ευμετάβλητος, αλλάζω σκέψεις θέσεις πολιτικές και κοινωνικές
  4. σκέφτομαι κάτι επίμονα.

Ετυμολογία

< αρχ. κλώθω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλώθω», σ. 437. https://navalhistory.gr/lexiko/κλωθω/