κλώθω
ρ. [αμετβ.]
- (λαϊκότρ.) φτιάχνω νήμα στριφογυρίζοντας βαμβάκι ή μαλλί με τα δάχτυλα, γνέθω, στρίβω
- γυρίζω, περιστρέφω, στρέφω
- γίνομαι ευμετάβλητος, αλλάζω σκέψεις θέσεις πολιτικές και κοινωνικές
- σκέφτομαι κάτι επίμονα.
Ετυμολογία
< αρχ. κλώθω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλώθω», σ. 437. https://navalhistory.gr/lexiko/κλωθω/