κομοδέσιο
Και: ακομοδέσιο
το, ουσ.
(ναυπ.) στεγασμένος χώρος που προορίζεται για τη διαμονή πληρώματος και επιβατών, π.χ. καμπίνες, τραπεζαρίες κ.λπ. ανάλογα με το κατασκευαστικό τύπο του σκάφους, το κομοδέσιο βρίσκεται και σε διαφορετικό σημείο, όπως π.χ. στα φορτηγά και τα δεξαμενόπλοια στο πίσω μέρος του πλοίου, στα επιβατηγά και τα κρουαζιερόπλοια είναι διάσπαρτοι χώροι σε όλο το μήκος και πλάτος και φυσικά σε διάφορα πατώματα.
Ετυμολογία
< αγγλικό accommodation [= κατάλυμα, ενδιαίτημα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κομοδέσιο ή ακομοδέσιο», σ. 443. https://navalhistory.gr/lexiko/κομοδεσιο-η-ακομοδεσιο/