κυκλοφορία
η, ουσ.

- η μετακίνηση πεζών ή οχημάτων μέσω των οδικών αρτηριών, ή η κίνηση πλοίων
- (οικον.) μεταφορά χρημάτων από πρόσωπο σε πρόσωπό ή από εταιρεία σε εταιρεία κ.ο.κ. συναλλαγή
- έκδοση και πώληση εντύπων
- συνεχής ανταλλαγή αγαθών
- διάδοση μυστικού ή είδησης ή φήμης κ.λπ.
- (φρ.) «αεροθάλαμος - διωστήρας - επιστόμιο - έμβολο - εσωτερικός χιτώνας - κύλινδρος - μοχλός - μηχανή κινήσεως - παροχικός σωλήνας αντλίας κυκλοφορίας».
Ετυμολογία
< αρχ. κυκλοφορία [= κυκλική κίνηση], σημδ. από τη γαλλ. circulation.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυκλοφορία», σ. 464. https://navalhistory.gr/lexiko/κυκλοφορια/