καβαλέτο
το, ουσ.


- (εργαλ.) ξύλινη κατασκευή, δίποδη ή τρίποδη, που χρησιμοποιείται: α) ως στήριγμα κατάλληλο για τοποθέτηση του πλαισίου ζωγραφικής ή του χαρτιού σχεδίασης των ζωγράφων, β) ως ξύλινο ζεύγος στήριξης του πάγκου των ξυλουργών, των οικοδόμων και άλλων επαγγελματιών, αλλά και γ) μεταλλικής κατασκευής βάση για σιδεράδες και άλλες ειδικότητες του τομέα του μετάλλου
- καμπυλωτό ξύλο σε οριζόντια θέση που πάνω του ο ταμπάκης λειαίνει τα δέρματα
- (μουσ.) α) στήριγμα των χορδών στα έγχορδα όργανα, αλλιώς: καβαλάρης, μαγάς, καβάλη ή γέφυρα, β) αναλόγιο για την τοποθέτηση της παρτιτούρας
- (ναυπ.) βάση στήριξης της έλικας του πηδαλίου.
Ετυμολογία
< βενετ. cavalletto [= τρίποδας], ή
ή < ιταλ. cabaletto [= αλογάκι] υποκ. του caballo < λατιν. caballus [= άλογο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καβαλέτο», σ. 380. https://navalhistory.gr/lexiko/καβαλετο/