navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καύση

καύση

η, ουσ.

  1. κάψιμο κάθε είδους
  2. (επιστ.) ένωση ενός σώματος με οξυγόνο ή σπανιότερα με άλλα στοιχεία, μ’ αποτέλεσμα να παράγεται φως και θερμότητα, φλογισμός. (φρ.) «καύση υδρογόνου / κινητήρα / νεκρών», «ταχεία / βραδεία / οργανική / τελεία / αυτόματη καύση».

Ετυμολογία

< καύσ(ις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καύση», σ. 424. https://navalhistory.gr/lexiko/καυση/