καύση
η, ουσ.
- κάψιμο κάθε είδους
- (επιστ.) ένωση ενός σώματος με οξυγόνο ή σπανιότερα με άλλα στοιχεία, μ’ αποτέλεσμα να παράγεται φως και θερμότητα, φλογισμός. (φρ.) «καύση υδρογόνου / κινητήρα / νεκρών», «ταχεία / βραδεία / οργανική / τελεία / αυτόματη καύση».
Ετυμολογία
< καύσ(ις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καύση», σ. 424. https://navalhistory.gr/lexiko/καυση/