κινητός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που λόγω της φύσης ή της κατασκευής του μπορεί να κινείται ή να μετακινείται ή να μεταφέρεται
- (εκκλ.) «κινητές εορτές», θρησκευτικές γιορτές, των οποίων η ημερομηνία δεν είναι σταθερή κάθε χρόνο, αλλά εξαρτώνται από την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα
- (ως ουσ.) τα κινητά, για χρήματα, κοσμήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία σε αντίθεση με τα ακίνητα που είναι τα χωράφια, τα σπίτια κ.λπ.
- (φρ.) «κινητό κάθισμα / πηνίο / πτερύγιο ατμοστροβίλου / φορτίο»,
- [ως ουσ.] το κινητό, ασύρματο τηλέφωνο.
Ετυμολογία
< αρχ. αρχ. κινητός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κινητός», σ. 433. https://navalhistory.gr/lexiko/κινητοσ/