καταβυθίζω
ρ. [μετβ.]
βουλιάζω κάτι εντελώς, συνών. φουντάρω, καταποντώ, βουτώ, αγκυροβολώ.
Ετυμολογία
< αρχ. καταβυθίζω.
Παράγωγα
καταβύθιση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταβυθίζω», σ. 414. https://navalhistory.gr/lexiko/καταβυθιζω/