κωλοβρέχτης
ο, ουσ.
α) το δίχτυ γρίπος, η τράτα των θαλασσινών, β) η τεχνική του παραπάνω ψαρέματος, συνών. γριπάκι, κρόκος, πεζότρατα, μπραγάνι, γούντουλα.
Ετυμολογία
< αρχ. κῶλον [= χοντρό κλαδί δέντρου] + βρέχτης < βρέχω, η ετυμολογική προσέγγιση δικαιολογείται με την παροιμία: «εάν ο ψαράς δεν βρέξει τα οπίσθια, δεν τρώει ψάρι».
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κωλοβρέχτης», σ. 469. https://navalhistory.gr/lexiko/κωλοβρεχτησ/