navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κρότος

κρότος

ο, ουσ.

  1. δυνατός και απότομος ήχος μικρής διάρκειας
  2. (γενικότ.) θόρυβος
  3. (μτφ.) ζωηρή εντύπωση ενός γεγονότος, πάταγος
  4. (μσν.) ταραχή.

Ετυμολογία

< αρχ. κρότος < κροτέω, -ῶ, [= κρούω, κτυπώ, πλήττω, χειροκροτώ].

Παράγωγα

κροτίδα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρότος», σ. 461. https://navalhistory.gr/lexiko/κροτοσ/