κρότος
ο, ουσ.
- δυνατός και απότομος ήχος μικρής διάρκειας
- (γενικότ.) θόρυβος
- (μτφ.) ζωηρή εντύπωση ενός γεγονότος, πάταγος
- (μσν.) ταραχή.
Ετυμολογία
< αρχ. κρότος < κροτέω, -ῶ, [= κρούω, κτυπώ, πλήττω, χειροκροτώ].
Παράγωγα
κροτίδα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρότος», σ. 461. https://navalhistory.gr/lexiko/κροτοσ/