κυλινδρέλαιο
το, ουσ.
(τεχνολ.) λιπαντικό μηχανών, διαφόρων διαβαθμίσεων, που σε συνδυασμό με αντίστοιχο, βάση προδιαγραφών, πετρέλαιο, επιτυγχάνεται ικανοποιητική καύση και ελαχιστοποίηση της φθοράς των χιτωνίων.
Ετυμολογία
< κύλινδρ(ος) + έλαιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυλινδρέλαιο», σ. 465. https://navalhistory.gr/lexiko/κυλινδρελαιο/