κρατήρας
ο, ουσ.
- (αρχαιολ.) μεγάλο αρχαιοελληνικό αγγείο στο οποίο εκτελούσαν την ανάμειξη του κρασιού με το νερό
- κοιλότητα στην επιφάνεια της γης ή κάποιου άλλου πλανήτη, (φρ.) «κρατήρας ηφαιστείου»,
- μεγάλο βαθούλωμα στο έδαφος προερχόμενο από εκρηκτικό μηχανισμό, βόμβα κ.λπ.
- οποιοδήποτε βαθούλωμα σε ομοιόμορφη ποσότητα υλικών, μεταφερόμενων αγαθών κ.λπ.
- (αστρον.) μικρός αστερισμός
- (ηλεκτρολ.) κοιλότητα που σχηματίζεται στο άκρο του θετικού ηλεκτροδίου ενός τόξου άνθρακα.
Ετυμολογία
< κρατήρ, γεν. -ῆρος. < κεράννυμι [= ανακατεύω, αναμειγνύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρατήρας», σ. 458. https://navalhistory.gr/lexiko/κρατηρασ/