navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κρατήρας

κρατήρας

ο, ουσ.

  1. (αρχαιολ.) μεγάλο αρχαιοελληνικό αγγείο στο οποίο εκτελούσαν την ανάμειξη του κρασιού με το νερό
  2. κοιλότητα στην επιφάνεια της γης ή κάποιου άλλου πλανήτη, (φρ.) «κρατήρας ηφαιστείου»,
  3. μεγάλο βαθούλωμα στο έδαφος προερχόμενο από εκρηκτικό μηχανισμό, βόμβα κ.λπ.
  4. οποιοδήποτε βαθούλωμα σε ομοιόμορφη ποσότητα υλικών, μεταφερόμενων αγαθών κ.λπ.
  5. (αστρον.) μικρός αστερισμός
  6. (ηλεκτρολ.) κοιλότητα που σχηματίζεται στο άκρο του θετικού ηλεκτροδίου ενός τόξου άνθρακα.

Ετυμολογία

< κρατήρ, γεν. -ῆρος. < κεράννυμι [= ανακατεύω, αναμειγνύω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρατήρας», σ. 458. https://navalhistory.gr/lexiko/κρατηρασ/