κανονιοβολισμός
ο, ουσ.
- βολή πυροβόλου, συνών. κανονιά
- ο κρότος της βολής του πυροβόλου.
Ετυμολογία
< κανονιοβολ(ώ) + - ισμός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανονιοβολισμός», σ. 401. https://navalhistory.gr/lexiko/κανονιοβολισμοσ/