navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κανονιοβολισμός

κανονιοβολισμός

ο, ουσ.

  1. βολή πυροβόλου, συνών. κανονιά
  2. ο κρότος της βολής του πυροβόλου.

Ετυμολογία

< κανονιοβολ(ώ) + - ισμός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανονιοβολισμός», σ. 401. https://navalhistory.gr/lexiko/κανονιοβολισμοσ/