κελί
το, ουσ.
- μικρό δωμάτιο
- κελί.
Ετυμολογία
< μσν. κελλί < μτγν. κελλίον < κέλλα < λατινική cella [= δωμάτιο, κάμαρα, σηκός, αίθουσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κελί», σ. 426. https://navalhistory.gr/lexiko/κελι/