navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κελί

κελί

το, ουσ.

  1. μικρό δωμάτιο
  2. κελί.

Ετυμολογία

< μσν. κελλί < μτγν. κελλίον < κέλλα < λατινική cella [= δωμάτιο, κάμαρα, σηκός, αίθουσα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κελί», σ. 426. https://navalhistory.gr/lexiko/κελι/