καν(ν)αβόσχοινο
το, ουσ.
φυτικό είδος σχοινιού κατασκευασμένο από ίνες κάνναβης, χρησιμοποιούμενο, κυρίως, σε ιστιοφόρα, ανθεκτικό στους μικροοργανισμούς, για μεγαλύτερη διάρκεια ζωής ποτισμένο σε κατράμι – κεδρία [γνωστό και ως κεδρωτό].
Ετυμολογία
< αρχ. κάνναβ(ις) -ο- + σχοινί.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καν(ν)αβόσχοινο», σ. 400. https://navalhistory.gr/lexiko/κανναβοσχοινο/