navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καταφρα(γ)ή

καταφρα(γ)ή

η, ουσ.

  1. (αρχιτ.) ξύλινη, με μεταλλική επένδυση, εσχάρα, που προστάτευε τα θυρόφυλλα της πύλης σε κάστρο
  2. (ναυπ.) η κάλυψη του κενού ανάμεσα σε δύο μαδέρια, με λεπτές ίσως φάλτσες στα άκρα, σανίδες στο εξωτερικό τμήμα του πετσώματος, συνήθως σε καραβόσκαρο.

Ετυμολογία

< κατά + φραγή [= εμπόδιο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταφρα(γ)ή», σσ. 420-421. https://navalhistory.gr/lexiko/καταφραγη/