καταφρα(γ)ή
η, ουσ.
- (αρχιτ.) ξύλινη, με μεταλλική επένδυση, εσχάρα, που προστάτευε τα θυρόφυλλα της πύλης σε κάστρο
- (ναυπ.) η κάλυψη του κενού ανάμεσα σε δύο μαδέρια, με λεπτές ίσως φάλτσες στα άκρα, σανίδες στο εξωτερικό τμήμα του πετσώματος, συνήθως σε καραβόσκαρο.
Ετυμολογία
< κατά + φραγή [= εμπόδιο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταφρα(γ)ή», σσ. 420-421. https://navalhistory.gr/lexiko/καταφραγη/