κάθαρση
η, ουσ.

- α) ψυχικός και ηθικός εξαγνισμός, β) (θρησκ.) τελετουργική διαδικασία για την απαλλαγή κάποιου προσώπου από αμαρτίες ή δαιμονικά στοιχεία, εξαγνισμός
- απαλλαγή ενός σώματος από ξένες και περιττές ουσίες
- (πολιτ.) η εκκαθάριση της κρατικής μηχανής από πρόσωπα που υπηρέτησαν στο παρελθόν καθεστώτα δικτατορικά
- (θέατρ.) με την ολοκλήρωση της θεατρικής παράστασης η ψυχική ανακούφιση του θεατή που επηρεάστηκε από τις βιωματικές εμπειρίες του πρωταγωνιστή
- (μεταλλ.) η διαδικασία καθαρισμού των μετάλλων από προσμείξεις
- η υγειονομική απομόνωση, αλλιώς: καραντίνα [= η απομόνωση και ο έλεγχος για ορισμένο χρονικό διάστημα ανθρώπων, ζώων ή εμπορευμάτων, από περιοχές με επιβαρυμένο επιδημιολογικό φορτίο], (φρ.) «σημαία καθάρσεως ή καραντίνας [φωτό] σε κίτρινες και μαύρες αποχρώσεις».
Παράγωγα
καθαρτήρας [= σχοινί για τον καθαρισμό του όπλου], καθαρτήριος, καθαρτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάθαρση», σσ. 384-385. https://navalhistory.gr/lexiko/καθαρση/