navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλινική

κλινική

η, ουσ.

(ιατρ.) αυτοδύναμο ιατρικό κέντρο του ιδιωτικού τομέα ή ανεξάρτητη νοσοκομειακή μονάδα που βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του δημόσιου.

Ετυμολογία

< (αντιδάνειο) γαλλ. clinique και αγγλ. clinic < μτγν. κλινικός < αρχ. κλίνη.

Επιρρήματα

κλινικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλινική», σ. 436. https://navalhistory.gr/lexiko/κλινικη/