καταμέτρηση
η, ουσ.
προσεκτική και ακριβής μέτρηση, ίσως με τη βοήθεια ειδικών οργάνων, (φρ.) «καταμέτρηση φορτίου / ξυλείας / χωρητικότητας πλοίου / χρημάτων / αποθεμάτων / ψήφων / πελατών / επισκεπτών» κ.λπ.
Ετυμολογία
< μτγν. καταμέτρη(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταμέτρηση», σ. 418. https://navalhistory.gr/lexiko/καταμετρηση/