καρβουνιάρης
ο, ουσ.
- (επάγγ.) α) ο πωλητής κάρβουνου ή άνθρακα, καρβουνοπώλης, β) ο κατασκευαστής ξυλανθράκων, γ) [παρωχημένο] θερμαστής, βοηθός θερμαστή σε ατμόπλοια, δ) βοηθός οδηγού ατμομηχανής
- (μτφ.) άτομο σκονισμένο από καρβουνόσκονη, μουντζούρης
- (ζωολ.) ονομασία μικρόσωμου πουλιού.
Ετυμολογία
< μσν. καρβουνιάρης < κάρβουνο(ν) < λατιν. carbo < [= άνθρακας] + [επίθημα ουσ. δηλωτικό επαγγέλματος] -ιάρης/-ιάρισσα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρβουνιάρης», σ. 408. https://navalhistory.gr/lexiko/καρβουνιαρησ/