navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρβουνιάρης

καρβουνιάρης

ο, ουσ.

  1. (επάγγ.) α) ο πωλητής κάρβουνου ή άνθρακα, καρβουνοπώλης, β) ο κατασκευαστής ξυλανθράκων, γ) [παρωχημένο] θερμαστής, βοηθός θερμαστή σε ατμόπλοια, δ) βοηθός οδηγού ατμομηχανής
  2. (μτφ.) άτομο σκονισμένο από καρβουνόσκονη, μουντζούρης
  3. (ζωολ.) ονομασία μικρόσωμου πουλιού.

Ετυμολογία

< μσν. καρβουνιάρης < κάρβουνο(ν) < λατιν. carbo < [= άνθρακας] + [επίθημα ουσ. δηλωτικό επαγγέλματος] -ιάρης/-ιάρισσα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρβουνιάρης», σ. 408. https://navalhistory.gr/lexiko/καρβουνιαρησ/