κλίση
η, ουσ.
- γέρσιμο ενός πράγματος προς τα πλάγια, πλάγιασμα
- κίνηση του κεφαλιού ή του σώματος προς τα εμπρός, ως ένδειξη συγκατάβασης ή χαιρετισμού
- (γραμμ.) ο σχηματισμός των τύπων μιας κλιτής λέξης
- έφεση προς κάτι, ροπή
- (φρ.) «κλίση πλοίου / προβόλου», «γωνία / ευστάθεια / σφάλμα / πηδάλιο κλίσεως».
Ετυμολογία
< μτγν. κλίσις [= ξάπλωμα] < αρχ. κλίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλίση», σ. 437. https://navalhistory.gr/lexiko/κλιση/