κέδρος
ο, ουσ.

(φυτολ.) είδος κωνοφόρου αειθαλούς δέντρου που είναι πολύτιμο στη ναυπηγική, γιατί έχει μεγάλη αντοχή στη σήψη και στο νερό, ευκολοδούλευτο, θα το συναντήσουμε στην Τουρκία, στο Λίβανο, στα Ιμαλάια, στην Κύπρο, στην Αλγερία και στα όρη του Άτλαντα.
Ετυμολογία
< αρχ. κέδρος.
Σύνθετα
κεδρόμηλο, κεδρόξυλο, κεδροκούκουτσο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέδρος», σ. 425. https://navalhistory.gr/lexiko/κεδροσ/